Test – Triumph Rocket 3 R 2020: Cruiser με στεροειδή!


Η R εκδοχή του Rocket 3 μας σερβίρει μια παραλλαγή της συνταγής του GT με μερικές πινελιές που δείχνουν μικρές στο μάτι, μα αποδεικνύονται σημαντικές στον δρόμο.

  • ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑΣ
  • 1/10/2020

Λίγο πριν τις καλοκαιρινές διακοπές πάρκαρε για μερικές μέρες στα γραφεία μας το Rocket 3 GT για μια δοκιμή που μας ταξίδεψε για λίγο πίσω στο 2004, όταν η μοτοσυκλετιστική επικαιρότητα της εποχής φώτιζε επίμονα τον άρτι αφιχθέντα μεγαλύτερο κινητήρα που είχε μπει ως τότε σε μοντέλο μαζικής παραγωγής.

Τα ρεκόρ υπάρχουν για να σπάνε και η Triumph φρόντισε 16 χρόνια αργότερα να ανεβάσει κι άλλο τον πήχυ, από τα 2300 στα 2500 cc.

Η νέα τρικύλινδρη Ρουκέτα έχασε σχεδόν 40 κιλά, κέρδισε περίπου 25 άλογα (μετρημένα στον τροχό) και διατήρησε την εξωγήινη ροπή των 22.5 χιλιογραμμόμετρων, όλα αυτά σε ένα cruiser πακέτο που φωτογραφίζει και την προφανή του στόχευση: στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού Ωκεανού, στην αγορά όπου αυτή η κατηγορία μοτοσυκλετών βασιλεύει.

Αδελφικές διαφορές

Η πρώτη μας επαφή με τη νέα γενιά Rocket 3 έγινε πριν λίγους μήνες με την πιο πλούσια έκδοση GT, για να περάσουμε σήμερα στο πιο λιτό R.

Αυτή η εκδοχή ξεχωρίζει στο μάτι από τις ζάντες που δεν έχουν γυαλισμένα τα πλαϊνά των ακτίνων καθώς και την πλάτη συνεπιβάτη που εδώ δεν υπάρχει (στον βασικό εξοπλισμό). Αν έχετε μελετήσει λίγο τα μοντέλα θα γνωρίζετε επίσης πως η κάθε έκδοση έχει τις δικές της, ξεχωριστές χρωματικές επιλογές.

Οι διαφορές στα εξοπλιστικά ολοκληρώνονται με τα θερμαινόμενα γκριπ που αποτελούν μέρος του βασικού πακέτου μόνο στο GT.

Όλα αυτά ωστόσο είναι δευτερεύοντα. Το ζουμί του Rocket 3 R είναι η θέση οδήγησης: μαρσπιέ στη μέση αντί για μπροστά, σέλα 23 χιλιοστά ψηλότερη και τιμόνι λίγο στενότερο.

Δεν έχει καμιά σημασία αν όλα τα υπόλοιπα είναι πανομοιότυπα στα δύο αδέλφια. Η θέση του οδηγού κάνει μια άμεσα αισθητή και επιδραστική διαφορά στην οδήγηση.

Τώρα μάλιστα!

Κατανοητή και σεβαστή η γοητεία της “τσοπεράδικης” λογικής με τα πόδια μπροστά, τον ποπό χαμηλά και καρατιμόνες παντού, αλλά έχει και η ευρωπαϊκή σχολή τους θαυμαστές της.

Ο υπογράφων λ.χ. δηλώνω τη σαφή μου προτίμηση στη θέση οδήγησης που σου επιτρέπει να φορτίσεις με το βάρος του σώματος τα μαρσπιέ, ρίχνει λίγο το σώμα προς το τιμόνι και ο μπροστινός τροχός δεν είναι σε άλλη ζώνη ώρας.

Μοιραία μόλις θρονιάστηκα στη σέλα του Rocket 3 R σκέφτηκα από μέσα μου “τώρα μάλιστα”!

Δεν καλύπτει όλα τα παραπάνω κριτήρια, για παράδειγμα, ό,τι μαγικά και να κάνει ο σχεδιαστής της Triumph, το μέγεθος είναι αυτό που είναι και ο μπροστινός τροχός θα είναι πάντα μακριά με μια ανοικτή γωνία κάστερ. Ωστόσο η ψηλότερη σέλα είναι ευεργετικότατη στο να παραλλάξει λίγο τον χαρακτήρα του Rocket 3 όπως τον αντιλαμβάνομαι καθήμενος πάνω της.

Το σώμα έρχεται σε μια πιο φυσική θέση και πλέον σκύβω ελαφρά για να φτάσω στο τιμόνι, γεγονός που, σε συνδυασμό με τα μαρσπιέ στη μέση της μοτοσυκλέτας, δεν θυμίζει πια cruiser μα περισσότερο roadster.

Δύο στοιχεία συνθέτουν την ειδοποιό διαφορά του R. Πρώτον, η δυνατότητα να βάλεις αμεσότερα το σωματικό βάρος στον χειρισμό της μοτοσυκλέτας. Δεύτερον, η αυξημένη φόρτιση του μπροστινού καθώς ο κορμός σκύβει ελαφρά μεταφράζεται σε περισσότερη πληροφορία που περνά από το πιρούνι στα χέρια.

Στο GT, με τα πόδια μπροστά, το μόνο που μπορείς να κάνεις στη στροφή με το σώμα είναι να γείρεις προς τα μέσα με κέντρο περιστροφής τη σέλα, βοηθώντας έτσι στη μεταφορά του κέντρου βάρους προς το κέντρο της στροφής - αντί να το αναζητήσεις σε μεγαλύτερη κλίση από τη μοτοσυκλέτα.

Με την τοποθέτηση των μαρσπιέ πολύ πιο πίσω στο R προσφέρεται καλύτερος (και χαμηλότερος) μοχλός στα πόδια και αυτό κάνει τη διαδικασία ταυτόχρονα ευκολότερη, αποδοτικότερη και απολαυστικότερη.

Rουκέτα

Σε οποιαδήποτε έκδοσή του το Rocket 3 γράφει πορεία με ένα ακριβέστατο ρυθμιζόμενο 47άρι Showa μπροστά. Η αποτελεσματικότητά του ήταν ένα από τα συμπεράσματα της δοκιμής του GT και τώρα στο R υπογραμμίζεται και η “επικοινωνιακή” πλευρά του.

Το Rocket 3 R είναι σαφώς πιο απολαυστικό στις στροφές, βάζει τον αναβάτη σε μια πιο επιθετική θέση που γεννά παιχνιδιάρικη διάθεση. Η λεπτομερέστερη πληροφορία που φτάνει στα χέρια μέσω του πιρουνιού απλώς προσφέρει ένα παραπάνω σκαλοπάτι εμπιστοσύνης για να πιέσεις στη στροφή. Από τη στιγμή που το διάβασμα του δρόμου είναι ακριβέστερο, τα όρια γίνονται πιο ευδιάκριτα στο R, άρα και πιο ευπρόσιτα.

Ταυτόχρονα αναδεικνύεται και ένα ζήτημα που στο GT κρυβόταν καλύτερα στην απλωτή θέση οδήγησης. Το πιρούνι μεταφέρει στα χέρια και αισθητές ελαστικότητες από το μπροστινό λάστιχο με το πολύ ψηλό προφίλ. Μέσα στη στροφή εμφανίζονται ως μικρές ασάφειες, νιώθεις να “λαστιχάρει” υπό κλίση το μπροστινό και κάπου εκεί αρχίζει να τίθεται το όριο στο παιχνίδι των κλίσεων.

Οι οποίες κλίσεις που μπορεί να επιτύχει στρίβοντας πάντως είναι αξιοσέβαστες για μια μοτοσυκλέτα 291 κιλών με μακρύ μεταξόνιο. Τα δε όρια του μπροστινού ξεπερνούν καθαρά το βασικό στοιχείο που οριοθετεί τις σπορ διαθέσεις του Rocket 3, το πίσω λάστιχο. Με πλάτος 240 ένα είναι βέβαιο: δεν φτιάχτηκε για στροφιλίκια, προσπαθεί διαρκώς να σηκώσει τη μοτοσυκλέτα και συνεργάζεται καλύτερα μόνο όταν στρίβεις με πολλά στο κοντέρ.

Όπως συμβαίνει και με το Ducati Diavel, η στυλιστική επιλογή μάλλον επικράτησε. Παρόλα αυτά, με καλοζυγισμένο πλαίσιο, ποιοτικές αναρτήσεις και τις νέες Brembo Stylema να προσθέτουν αυτοπεποίθηση στο φρένο, το βαρύ θηρίο δεν νιώθει έξω από τα νερά του σε κανένα στροφιλίκι. Κι αν αυτό ισχύει για το GT, προφανώς εδώ μόνο καλύτερα μπορούμε να περιμένουμε.

Κρατιέσαι;

Στην ουσία τα Rocket 3 R και GT δεν είναι παρά δύο πολύ κοντινές παραλλαγές στο κοινό βασικό θέμα. Ο νέος τρικύλινδρος κινητήρας των 2.5 λίτρων και 140 ίππων (στον τροχό) έχει προ πολλού κριθεί ένοχος χωρίς ελαφρυντικά για τον βαθύ βρυχηθμό που δεν μοιάζει με τίποτε άλλο στα φανάρια και τη φρενήρη επιτάχυνση που ενίοτε προκαλεί την ικανότητά σου να κρατηθείς πάνω στη μοτοσυκλέτα.

Οι σπορ αρετές του νέου Rocket 3 - που δεν διέθετε το πρώτο Rocket III του 2004 - έχουν αναλυθεί διεξοδικά στη δοκιμή του GT και ισχύουν απολύτως και στην περίπτωση του R.

Ο ιδιοκτήτης του R θα το επιλέξει προφανώς γιατί προτιμά αυτή θέση οδήγησης, μα σε κάθε περίπτωση το εύρος χρήσης και των δύο εκδοχών είναι το ίδιο. Αν κάτι αλλάζει, αυτό είναι το “πώς”, όχι το “τι”.

Οι διαφορές στον εξοπλισμό των δύο μοντέλων αντανακλώνται και στην τιμολόγηση, καθώς το Rocket 3 R ξεκινά από €24,290, ενώ το GT ζητά άλλα €700 στη βασική του τιμή.

Επίσημη ελληνική ιστοσελίδα Triumph Rocket 3 R / GT